Στην αρχική φάση μιας startup, ο ενθουσιασμός συχνά αντικαθιστά τις γραπτές συμφωνίες. Οι συνεργάτες αναπτύσσουν την ιδέα, γράφουν κώδικα, δημιουργούν το brand, συμμετέχουν σε προγράμματα και επενδύουν χρόνο χωρίς αμοιβή — θεωρώντας ότι τα ποσοστά και οι ρόλοι θα συμφωνηθούν αργότερα.
Δύο πρόσφατες υποθέσεις μάς υπενθύμισαν το κόστος αυτής της προσέγγισης. Στη μία, η αποχώρηση ενός μέλους και η άρνησή του να συνεργαστεί έθεσαν σε κίνδυνο τη συμμετοχή του εγχειρήματος σε πρόγραμμα χρηματοδότησης. Στην άλλη, έπειτα από μακρά άτυπη συνεργασία, προέκυψαν σοβαρές διαφωνίες σχετικά με την ιδιότητα του συνιδρυτή, τα ποσοστά, την αμοιβή για εργασία που είχε ήδη παρασχεθεί και την κυριότητα του λογισμικού και της τεχνογνωσίας.
Το κοινό πρόβλημα δεν ήταν η απουσία εταιρείας. Ήταν η απουσία συμφωνίας.
Μια συμφωνία ιδρυτών πρέπει να υπογράφεται ήδη από το στάδιο της ιδέας και να καθορίζει τουλάχιστον:
- τους ρόλους, τις υποχρεώσεις και την απαιτούμενη χρονική δέσμευση,
- τα ποσοστά και τους όρους σταδιακής κατοχύρωσής τους,
- την κυριότητα και τη μελλοντική μεταβίβαση κώδικα, δεδομένων, brand και λοιπής πνευματικής ιδιοκτησίας,
- τον τρόπο λήψης αποφάσεων και επίλυσης αδιεξόδων,
- τι συμβαίνει όταν ένας ιδρυτής αποχωρεί ή παύει να συνεισφέρει,
- τις υποχρεώσεις παράδοσης, εμπιστευτικότητας και συνεργασίας μελλοντικά.
Η συμφωνία δεν εμποδίζει κάθε σύγκρουση. Εξασφαλίζει, όμως, ότι όταν η συνεργασία δοκιμαστεί, οι προσδοκίες έχουν ήδη μετατραπεί σε σαφείς κανόνες.
Στις startups, το «θα το κανονίσουμε αργότερα» είναι συχνά η ακριβότερη συμφωνία.





