Κάθε χρόνο, η 8η Μαρτίου συνοδεύεται από ευχές και αφιερώματα — αλλά και από την άποψη ότι «η ισότητα έχει πλέον κατακτηθεί». Αν όμως το δούμε μέσα από τον φακό του εφαρμοσμένου δικαίου, το ερώτημα γίνεται πιο απαιτητικό: έχει πράγματι θωρακιστεί θεσμικά η ουσιαστική ισότητα; Ή παραμένει κάτι που, στην πράξη, δοκιμάζεται συνεχώς; Η απάντηση, με όρους πραγματικής ζωής, είναι όχι. Και αυτός είναι ο λόγος που η Ημέρα της Γυναίκας παραμένει επίκαιρη νομικά: επειδή τα δικαιώματα δεν αρκεί να υπάρχουν ως διακηρύξεις. Πρέπει να είναι προσβάσιμα, εφαρμόσιμα και ανθεκτικά απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές μετατοπίσεις.
- Η αυτονομία δεν είναι δεδομένη: οι αμβλώσεις ως ευρωπαϊκό «τεστ» ισότητας
Η ευρωπαϊκή επικαιρότητα γύρω από τις αμβλώσεις λειτουργεί σαν θεσμικό τεστ για ένα βασικό συμπέρασμα: όταν ένα δικαίωμα χρειάζεται μηχανισμούς στήριξης για να παραμείνει πρακτικά διαθέσιμο, τότε δεν είναι ποτέ “οριστικά λυμένο”.
Η πρωτοβουλία πολιτών “My Voice, My Choice” ανέδειξε ακριβώς αυτό: ότι η πρόσβαση σε ασφαλή άμβλωση δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν «έτυχε» μια γυναίκα να ζει στη σωστή χώρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα πολύ συγκεκριμένο αίτημα: στήριξη ώστε γυναίκες από χώρες όπου η άμβλωση απαγορεύεται ή περιορίζεται αυστηρά να μπορούν να μετακινούνται και να έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς υπηρεσίες σε άλλη χώρα εντός ΕΕ.
Στις 26 Φεβρουαρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέδειξε στην πράξη αυτή την κατεύθυνση, επισημαίνοντας ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να αξιοποιήσουν το European Social Fund Plus (ESF+) για να υποστηρίξουν πρόσβαση σε ασφαλείς, νόμιμες αμβλώσεις, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής διάστασης — ως απάντηση στη δυναμική που δημιούργησε η πρωτοβουλία.
Το νομικό μήνυμα είναι καθαρό: η αυτονομία του σώματος δεν είναι “ευρωπαϊκή κανονικότητα”· είναι δικαίωμα υπό διαρκή δοκιμασία.
Στην Ελλάδα, η άμβλωση είναι νόμιμη εδώ και χρόνια και συχνά αντιμετωπίζεται ως ζήτημα «λυμένο». Όμως η ασφάλεια ενός δικαιώματος δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχει ρύθμιση. Κρίνεται και από το αν παραμένει αδιαμφισβήτητο στη συλλογική συνείδηση, ή αν επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση ως κάτι που «ξαναζυγίζεται».
Το γεγονός ότι κατά καιρούς το θέμα επανέρχεται στο δημόσιο πεδίο δείχνει κάτι κρίσιμο: ακόμη κι όπου υπάρχει νομική πρόβλεψη, η κοινωνική/πολιτική πίεση μπορεί να δημιουργεί ανασφάλεια γύρω από την πρόσβαση και την ίδια την αντίληψη του δικαιώματος. Με άλλα λόγια: μπορεί να έχεις δικαίωμα στα χαρτιά — αλλά αν η κοινωνία το αντιμετωπίζει ως “συζητήσιμο”, τότε δεν βιώνεται ως αυτονόητο.
- Μαιευτική βία: ανερχόμενο πεδίο της αυτοδιάθεσης πάνω στο σώμα
Στην ίδια γραμμή της σωματικής αυτονομίας, αναδύεται δυναμικά ένα θέμα που μέχρι πρόσφατα έμενε στη σκιά: η μαιευτική βία.
Δεν είναι απλώς ζήτημα «κακής εμπειρίας» ή γενικής δυσλειτουργίας των υπηρεσιών υγείας. Είναι κατεξοχήν νομικό πεδίο, γιατί αγγίζει τον πυρήνα του ιατρικού δικαίου:
ενημερωμένη συναίνεση, σωματική ακεραιότητα, σεβασμός της αξιοπρέπειας, αυτονομία.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναγνωρίσει ότι η ασεβής/κακοποιητική μεταχείριση κατά τον τοκετό παραβιάζει δικαιώματα των γυναικών και μπορεί να απειλήσει δικαιώματα όπως η υγεία, η σωματική ακεραιότητα και η μη διάκριση.
Και αυτό έχει άμεση νομική αντανάκλαση: όταν πραγματοποιούνται παρεμβάσεις χωρίς ουσιαστική ενημέρωση ή συναίνεση, όταν παραβιάζεται η αξιοπρέπεια ή επιβάλλονται πρακτικές με τρόπο εξαναγκαστικό, δεν μιλάμε απλώς για «κακή πρακτική». Μιλάμε για πράξεις/παραλείψεις που, ανάλογα με τα περιστατικά, μπορούν να θεμελιώσουν αστική ευθύνη, αλλά και να κινητοποιήσουν ποινικές ή/και πειθαρχικές διαδικασίες.
Η μαιευτική βία φωτίζει μια αλήθεια που ο φεμινισμός και το δίκαιο συναντιούνται χωρίς καμία απόσταση: η αυτονομία δεν κρίνεται στις μεγάλες εξαγγελίες, αλλά στις πιο ευάλωτες στιγμές του σώματος.
- Η ανισότητα δεν είναι πάντα κραυγαλέα — συχνά είναι αριθμοί και “ουδέτεροι” κανόνες
Πολλές διακρίσεις δεν εμφανίζονται ως κατάφωρες. Λειτουργούν αθόρυβα: στους μισθούς, στη φορολογία, στους μηχανισμούς εφαρμογής.
Μισθολογικό χάσμα: όταν το «λιγότερο» γίνεται κανονικότητα
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το (μη προσαρμοσμένο) gender pay gap αποτυπώνεται στο 11,1% (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που συνοψίζει η Eurostat). Στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, το χάσμα (ως διαφορά στις ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές) ήταν 13,4% το 2024. Ακριβώς επειδή η ισότητα δεν επιβάλλεται με ευχές, η Ε.Ε. έχει ενισχύσει το θεσμικό οπλοστάσιο με κανόνες διαφάνειας αμοιβών και μηχανισμούς επιβολής. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια: είναι η παραδοχή ότι χωρίς πρόσβαση στην πληροφορία, η διάκριση μένει αόρατη.
ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου: η “ουδετερότητα” που παράγει άνισο αποτέλεσμα
Η φορολογία παρουσιάζεται συχνά ως ουδέτερη. Όμως το αποτέλεσμα μπορεί να είναι έμφυλο: προϊόντα αναγκαία για τη μισή κοινωνία αντιμετωπίζονται σαν κοινά καταναλωτικά.
Ενδεικτικά, σε συγκριτικές αποτυπώσεις για την Ευρώπη (με πηγή δεδομένων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή), η Ελλάδα εμφανίζεται με 24% ΦΠΑ στα ταμπόν.
Το κρίσιμο εδώ δεν είναι μόνο ο αριθμός. Είναι ότι το ενωσιακό πλαίσιο επιτρέπει στα κράτη να επιλέγουν μειωμένους συντελεστές σε βασικά αγαθά. Άρα δεν μιλάμε απλώς για «αναγκαιότητα», αλλά για θεσμική προτεραιοποίηση.
Η 8η Μαρτίου λοιπόν δεν είναι απλά μια αφορμή για δώρα και «κεράσματα». Είναι υπενθύμιση —και διεκδίκηση— ότι η ισότητα δεν είναι σύνθημα ούτε κεκτημένο που “κλειδώνει” για πάντα. Χτίζεται και προστατεύεται καθημερινά. Είναι διαρκής υποχρέωση του κράτους δικαίου: να εγγυάται στην πράξη τη σωματική αυτονομία, να κάνει τη συναίνεση κανόνα, να επιβάλλει μηχανισμούς ίσης μεταχείρισης και να σπάει τις «σιωπηλές» διακρίσεις που κρύβονται σε μισθούς, φόρους και πρακτικές. Γιατί στο τέλος, αυτό μετρά: όχι αν η ισότητα υπάρχει σε έναν νόμο, αλλά αν μια γυναίκα τη ζει ως ασφάλεια — στο σώμα της, στη δουλειά της, στην αξιοπρέπειά της. Και όσο χρειάζεται να τη διεκδικούμε για να ισχύει, η 8η Μαρτίου θα παραμένει απολύτως —και αδιαπραγμάτευτα— νομικά επίκαιρη.





