Το ελληνικό ίντερνετ έχει γεμίσει από αναλύσεις «ειδικών» και μη ειδικών για την ταινία του κ. Σμαραγδή, και ήρθε η ώρα να το πω καθαρά: αγαπητοί κριτικοί κινηματογράφου — σταματήστε να μας κάνετε να νιώθουμε άσχημα και να ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ όταν λέμε πως είδαμε μία ταινία. Έχετε κάθε δικαίωμα να λέτε τη γνώμη σας. Δεν έχετε, όμως, το δικαίωμα να την επιβάλετε ως μοναδική αλήθεια λογοδοτώντας και λοιδορώντας όποιον διαφωνεί.
Όπως λέω συνέχεια και στους Έλληνες πελάτες μας στην οπτικοακουστική βιομηχανία: η αγαπημένη μου ταινία είναι το Top Gun — και δεν σκοπεύω να απολογηθώ γι’ αυτό. Το κριτήριο, για εμένα τουλάχιστον, όταν βλέπω μία ταινία είναι απλό. Στο τέλος ρωτάω τον εαυτό μου: πέρασα καλά ή όχι; Αν ναι — τέλεια. Αν όχι — κρίμα. Αυτή η προσωπική, άμεση ερώτηση δεν αναιρεί την τεχνική ή ιστορική κριτική, αλλά υπενθυμίζει ότι η εμπειρία του σινεμά δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή άσκηση — είναι συλλογική χαρά, διαφυγή, προβληματισμός, κοινή ανάσα σε μια σκοτεινή αίθουσα.
Η συλλογική εμπειρία του σινεμά είναι κάτι που δεν πρέπει να χαθεί. Η επιδημία μοναξιάς των πλατφορμών μας αφαιρεί την μαγεία της μεγάλης οθόνης: το χειροκρότημα που διασπά το σκοτάδι, το σύντομο ψίθυρο ενός θεατή πίσω σου, το κοίταγμα με το διπλανό όταν μια σκηνή σε χτυπάει — όλα αυτά είναι όσα καθιστούν το σινεμά κοινωνική τέχνη. Και είναι κρίμα να τα θυσιάζουμε επειδή κάποιοι επιλέγουν να ειρωνευθούν ή να γελοιοποιήσουν όσους συνεχίζουν να πηγαίνουν.
Ας μιλήσουμε και για τα αυτονόητα: η διανομή μίας ταινίας στον σινεμά ΚΟΣΤΙΖΕΙ. ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΠΟΛΥ. Από το κόστος προώθησης μέχρι της αίθουσας, την τεχνική υποστήριξη, τα δικαιώματα, το τυπογραφείο των αφισών και—πάνω απ’ όλα—τον άνθρωπο που δούλεψε ατελείωτες ώρες στο σετ. Κάθε φορά που μια ελληνική παραγωγή φτάνει στις αίθουσες, δεν «έρχεται απλώς μία ταινία» — έρχεται ένα έργο αγάπης, ένα αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας. Και όταν φεύγετε όλοι από την αίθουσα, η οθόνη δεν σβήνει. Συνεχίζει να εμφανίζει όλα τα ονόματα των συντελεστών: ηχολήπτες, κομμωτές, φωτιστές, βοηθοί παραγωγής — άνθρωποι που ζουν από αυτό το επάγγελμα.
Με τις άθλιες κριτικές και τη λοιδορία των όσων πάνε να δούνε τον «Καποδίστρια», η ελληνική οπτικοακουστική βιομηχανία πυροβολεί τα πόδια της. Δεν χτίζεις κοινό αποδομώντας το τελευταίο ίχνος εμπιστοσύνης του στον κινηματογράφο. Αντίθετα, το αποθαρρύνεις. Κι αυτό δεν είναι μόνο ηθικό ζήτημα — είναι οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.
Απευθύνομαι λοιπόν και στους δύο: στους κριτικούς και στο κοινό. Σε σας, κριτικοί: κριτικάρετε, ναι — αλλά με σεβασμό και ευθύνη. Αποφύγετε την προσωπική χλεύη. Κινηθείτε με συγκεκριμένα επιχειρήματα: σενάριο, ρυθμός, ερμηνείες, μοντάζ. Το χιούμορ και η έντονη γνώμη είναι επιτρεπτά η κακοήθεια και η περιφρόνηση δεν είναι. Σε εσάς, θεατές: πηγαίνετε σινεμά. Στηρίξτε τις ελληνικές παραγωγές όταν μπορείτε. Πάρτε φίλους, μιλήστε μετά, δημιουργήστε διάλογο — όχι εξευτελισμό.
Το ζητούμενο δεν είναι να συμφωνούμε όλοι για τα πάντα. Είναι να μπορούμε να βλέπουμε, να κρίνουμε και να συζητάμε πολιτισμένα. Να αναγνωρίζουμε την προσπάθεια πίσω από το «ταινιάκι», ακόμα κι αν δεν μας άρεσε. Να διαφυλάξουμε την αίθουσα ως τόπο συνάντησης. Αν επιθυμούμε μια υγιή κινηματογραφική κουλτούρα, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να ντροπιάζουμε ο ένας τον άλλον και να ξεκινήσουμε να στηρίζουμε — με ουσία, με σεβασμό και με εισιτήριο στο χέρι.





