Η ραγδαία ανάπτυξη του κλάδου της πληροφορικής συνοδεύεται από μια μεγάλη ποικιλία μοντέλων διάθεσης λογισμικού, καθώς και από αντίστοιχα σχήματα αδειοδότησης. Σε επιχειρηματικό επίπεδο, τα πιο διαδεδομένα μοντέλα είναι το λογισμικό ως υπηρεσία (Software as a Service – SaaS) και το λογισμικό που εγκαθίσταται τοπικά (on-premise). Παράλληλα, πολλές εταιρείες επιλέγουν, είτε αποκλειστικά είτε συνδυαστικά, λύσεις ανοιχτού κώδικα (open source) για την ανάπτυξη ή την ενσωμάτωση λειτουργικοτήτων, δημιουργώντας επιπρόσθετες συμβατικές και νομικές παραμέτρους που αξίζει να διερευνηθούν.
Όταν μια επιχείρηση συνάπτει συμβάσεις για λύσεις SaaS, ουσιαστικά «ενοικιάζει» πρόσβαση σε μια διαδικτυακή πλατφόρμα ή εφαρμογή. Σε αυτή την περίπτωση, η συμφωνία συνήθως περιλαμβάνει Service Level Agreements (SLAs), όρους σχετικά με τη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας (uptime), καθώς και πρόνοιες για την προστασία των δεδομένων που ανεβαίνουν στο cloud. Από την άλλη, σε ένα on-premise μοντέλο, ο πελάτης αποκτά (μέσω άδειας χρήσης) δικαίωμα να εγκαθιστά το λογισμικό στους δικούς του διακομιστές. Εδώ, οι ρήτρες διαμορφώνονται διαφορετικά, εστιάζοντας περισσότερο στις ευθύνες υποστήριξης, στις αναβαθμίσεις και στα δικαιώματα τροποποίησης του κώδικα ή της αρχιτεκτονικής.
Σε αμφότερα τα μοντέλα, η ένταξη ανοιχτού κώδικα (open source) μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη, όπως εξοικονόμηση κόστους, ταχύτερη ανάπτυξη και πρόσβαση σε μια ευρεία κοινότητα προγραμματιστών. Ωστόσο, η λανθασμένη ή «απρόσεκτη» αξιοποίηση open source τεχνολογιών εγκυμονεί νομικούς κινδύνους. Για παράδειγμα, ορισμένες άδειες (π.χ. GPL) ενδέχεται να επιβάλλουν υποχρεώσεις κοινοποίησης του τροποποιημένου κώδικα, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει την εμπορική αξιοποίηση ενός προϊόντος. Επίσης, η έλλειψη κατάλληλης τεκμηρίωσης ή η απουσία ρητής πληροφορίας για την προέλευση συγκεκριμένων open source συνιστωσών μπορεί να δημιουργήσει θέματα παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων ή εμπορικών απορρήτων.
Για να θωρακιστεί μία επιχείρηση, είναι σημαντικό να καταρτίζονται ολοκληρωμένες συμβάσεις λογισμικού. Πέρα από τους οικονομικούς όρους και τις ρήτρες που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα ή τη συντήρηση, οι συμφωνίες θα πρέπει να περιγράφουν ρητά τον τρόπο ενσωμάτωσης οποιουδήποτε open source στοιχείου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν, καθώς και τις διαδικασίες παρακολούθησης της συμμόρφωσης με τις άδειες. Παράλληλα, η διαχείριση του κώδικα (code repositories, version control) σε συνδυασμό με έναν σαφή εσωτερικό κανονισμό αδειοδότησης συμβάλλουν στην αποφυγή ακούσιων παραβάσεων.
Στο σύνολό τους, οι πρακτικές αυτές επιτρέπουν σε εταιρείες και προγραμματιστές να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τα πλεονεκτήματα του ανοιχτού κώδικα, ενώ παράλληλα διασφαλίζουν την ασφαλή και νόμιμη παροχή λογισμικού SaaS ή on-premise, προστατεύοντας την επένδυση και τη φήμη τους στην αγορά.